• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gas up vi phrasal US, informal (fill a vehicle's petrol tank)βάζω βενζίνη ρ μ + ουσ θηλ
 Tom stopped at the gas station to gas up.
gas [sth] up,
gas up [sth]
vtr phrasal sep
US, informal (vehicle: fill tank with petrol)βάζω βενζίνη σε κτ έκφρ
  (αργκό: γεμίζω πλήρως)φουλάρω ρ μ
 Anne gassed her car up on her way to work.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fill up with gas (US),
fill up with petrol (UK)
v expr
informal (petrol tank: fill)γεμίζω κτ με βενζίνη έκφρ
  (καθομιλουμένη)φουλάρω ρ αμ
 Make sure you fill up with petrol before we get to the motorway.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: stop [and, to] gas up, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gas up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gas up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!