faithful

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfeɪθfʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈfeɪθfəl/ ,USA pronunciation: respelling(fāthfəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faithful adj (loyal)πιστός επίθ
 Tom was a faithful soldier.
 Ο Τομ ήταν ένας πιστός στρατιώτης.
faithful adj (monogamous)πιστός επίθ
 John and Mary were married for decades, and they were both always faithful.
 Ο Τζον και η Μαίρη ήταν παντρεμένοι για δεκαετίες και πάντα ήταν και οι δυο πιστοί.
faithful adj (translation: accurate)πιστός, ακριβής επίθ
 Erin made a faithful translation of the document.
 Η Έριν έκανε μια πιστή μετάφραση του εγγράφου.
faithful adj (copy, reproduction: exact)πιστός επίθ
 The manuscript was a faithful reproduction of the original.
 Το χειρόγραφο ήταν μια πιστή αντιγραφή του αυθεντικού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the faithful npl (Christian believers)οι πιστοί φρ ως ουσ αρσ πλ
 The pastor preached to the faithful.
the faithful npl (loyal members of a group)φαν ουσ ουδ πλ
  οπαδός ουσ αρσ/θηλ
 The faithful came together in their thousands to hear their leader's rousing speech.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
be faithful to [sb] v expr (not cheat sexually on)είμαι πιστός σε κπ έκφρ
 I will only stay with my boyfriend if he is faithful to me.
 Θα μείνω με το αγόρι μου μόνο αν μου είναι πιστός.
be faithful to [sth] v expr (adhere closely to)είμαι πιστός σε κτ έκφρ
 Try to be faithful to your principles.
stay faithful vi (remain monogamous)μένω πιστός ρ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'faithful' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [church, parish] faithful, the faithful that form the [church], the [Protestant, Catholic, Anglican, Evangelical] church faithful, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση faithful στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «faithful».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!