WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| extract [sth/sb]⇒ vtr | (take out, remove) | εξάγω ρ μ |
| | | αφαιρώ ρ μ |
| | | βγάζω ρ μ |
| | It only took the dentist a few seconds to extract the tooth. |
| | Ο οδοντογιατρός χρειάστηκε λίγο μόνο δευτερόλεπτα για να αφαιρέσει το δόντι. |
| extract [sth]⇒ vtr | figurative (obtain: information, data) (πληροφορίες) | αποσπώ ρ μ |
| | (δεδομένα) | εξάγω ρ μ |
| | | κάνω εξαγωγή περίφρ |
| | The hacker extracted some sensitive information from the government website. |
| | Ο χάκερ απέσπασε ορισμένες ευαίσθητες πληροφορίες από την ιστοσελίδα της κυβέρνησης. |
| extract n | (text) | απόσπασμα ουσ ουδ |
| | Jenna included an extract from the author's writings. |
| | Η Τζένα συμπεριέλαβε ένα απόσπασμα από τα γραπτά του συγγραφέα. |
| extract n | (flavouring) | εκχύλισμα ουσ ουδ |
| | Extracts of plants like vanilla can be used to flavour certain dishes. |
| | Τα εκχυλίσματα φυτών όπως η βανίλια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αρωματίσουν ορισμένα πιάτα. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: