• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
extract [sth/sb] vtr (take out, remove)εξάγω ρ μ
  αφαιρώ ρ μ
  βγάζω ρ μ
 It only took the dentist a few seconds to extract the tooth.
 Ο οδοντογιατρός χρειάστηκε λίγο μόνο δευτερόλεπτα για να αφαιρέσει το δόντι.
extract [sth] vtr figurative (obtain: information, data) (πληροφορίες)αποσπώ ρ μ
  (δεδομένα)εξάγω ρ μ
  κάνω εξαγωγή περίφρ
 The hacker extracted some sensitive information from the government website.
 Ο χάκερ απέσπασε ορισμένες ευαίσθητες πληροφορίες από την ιστοσελίδα της κυβέρνησης.
extract n (text)απόσπασμα ουσ ουδ
 Jenna included an extract from the author's writings.
 Η Τζένα συμπεριέλαβε ένα απόσπασμα από τα γραπτά του συγγραφέα.
extract n (flavouring)εκχύλισμα ουσ ουδ
 Extracts of plants like vanilla can be used to flavour certain dishes.
 Τα εκχυλίσματα φυτών όπως η βανίλια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αρωματίσουν ορισμένα πιάτα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
almond extract n (oil, essence)εκχύλισμα αμυγδάλου φρ ως ουσ ουδ
 A drop of almond extract adds flavor to the crust of a fruit pie.
bark extract n (essence of tree bark)εκχύλισμα από φλοιό δέντρου ουσ ουδ
 The bark extract from some evergreens can cure scurvy.
vanilla extract n (flavouring: essence of vanilla)υγρή βανίλια ουσ θηλ
 This cookie recipe requires vanilla extract.
yeast extract n (food ingredient obtained from yeast)εκχύλισμα μυκήτων φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'extracting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση extracting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «extracting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!