• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
erase [sth]⇒ vtr (remove by rubbing out)σβήνω ρ μ
 The teacher erased the vocabulary list once all of the students had written it down.
erase [sth] vtr figurative (eradicate, remove)διαγράφω, σβήνω ρ μ
 The government department erased the incident from its records.
 Sally couldn't erase the memory of Neil's cruel words.
 Η δημόσια υπηρεσία διέγραψε το συμβάν από τα μητρώα. // Η Σάλυ δεν μπορούσε να σβήσει την ανάμνηση των σκληρών λόγων του Νηλ.
erase [sth] vtr (delete: a computer file)διαγράφω ρ μ
  (καθομιλουμένη)σβήνω ρ μ
 Harry accidentally erased the file he had been working on all day and had to start again.
 Ο Χάρυ διέγραψε κατά λάθος το αρχείο πάνω στο οποίο δούλευε όλη μέρα και έπρεπε να ξεκινήσει απ' την αρχή.
erase [sth] vtr (delete: text on a computer)σβήνω, διαγράφω ρ μ
 Alison looked at what she had just written, decided she didn't like it, and erased it.
 Η Άλισον έριξε μια ματιά σ' αυτό που μόλις είχε γράψει, αποφάσισε πως δεν της άρεσε και το έσβησε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
erase [sb]⇒ vtr figurative, slang (kill) (καθομ, μεταφορικά)ξεκάνω, καθαρίζω ρ μ
  αποτελειώνω ρ μ
 The hit man erased his target.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
dry erase marker,
dry-erase marker,
dry-erase marker pen,
dry-erase marking pen
n
(erasable whiteboard pen)μαρκαδόρος ασπροπίνακα φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'erasing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση erasing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «erasing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!