• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enforce [sth] vtr (law, rule: keep in force)εφαρμόζω ρ μ
  (πιο αυστηρό)επιβάλλω ρ μ
 The headteacher enforced the rules without making any exceptions.
 Ο διευθυντής εφάρμοσε τους κανόνες χωρίς να κάνει καθόλου εξαιρέσεις.
enforce [sth] vtr (obtain by force) (συχνά με τη βία)επιβάλλω ρ μ
 Companies disregarding the new legislation will receive a court order to enforce compliance.
 Οι εταιρίες που αγνοούν τη νέα νομοθεσία θα λάβουν δικαστική εντολή που θα τους επιβάλλει να συμμορφωθούν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
reinforce [sth],
reenforce [sth],
re-enforce [sth]
vtr
(material: make stronger)ενισχύω ρ μ
  (σκυρόδεμα με σίδερα)οπλίζω ρ μ
 They reinforced the doors with steel.
 Ενίσχυσαν τις πόρτες με χάλυβα.
reinforce [sth],
reenforce [sth],
re-enforce [sth]
vtr
(military position: strengthen)ενισχύω ρ μ
 New troops arrived to reinforce those already on the ground.
 Έφτασαν νέα στρατεύματα για να ενισχύσουν εκείνα που βρίσκονταν ήδη στο πεδίο της μάχης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enforcing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enforcing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «enforcing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!