Ο όρος 'caving' παραπέμπει στον όρο 'cave'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'caving' is cross-referenced with 'cave'. It is in one or more of the lines below.
WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
| Κύριες μεταφράσεις |
| caving n | (sport: exploring caves) | εξερεύνηση των σπηλαίων ουσ θηλ |
| | Caving can be dangerous, but it's very interesting. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
| Κύριες μεταφράσεις |
| cave n | (in ground) | σπηλιά ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | σπήλαιο ουσ ουδ |
| | Kentucky has a large network of caves for tourists to explore. |
| | Το Κεντάκυ έχει ένα μεγάλο δίκτυο σπηλαίων που μπορούν να εξερευνήσουν οι τουρίστες. |
| cave n | (wine cellar) | κάβα ουσ θηλ |
| | | κελάρι ουσ ουδ |
| | The mansion has a spacious cave for storing wine. |
| | Η έπαυλη έχει μια ευρύχωρη κάβα για την αποθήκευση κρασιού. |
cave, go caving vi | (explore caves) | εξερευνώ σπήλαια ρ μ + ουσ ουδ πλ |
| | | κάνω σπηλαιολογία ρ μ + ουσ θηλ |
| | You need to be fit and healthy to cave, as it can be a strenuous activity. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| cave⇒ vi | slang (give in) (καθομ, μεταφορικά) | κάνω πίσω έκφρ |
| | | υποχωρώ, ενδίδω ρ αμ |
| | The children's father finally caved and bought new toys for them. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Phrasal verbs cave | caving |
| cave in vi phrasal | (collapse inward) (κυριολεκτικά) | υποχωρώ ρ αμ |
| | | καταρρέω ρ αμ |
| | | κατακρημνίζομαι ρ αμ |
| | When the ceiling supports gave way, the mine caved in and everyone was trapped inside. |
| | Όταν υποχώρησαν τα στηρίγματα της οροφής, το ορυχείο κατέρρευσε και οι πάντες παγιδεύτηκαν μέσα. |
| cave in vi phrasal | figurative (give in, change your mind) (μεταφορικά) | υποχωρώ ρ αμ |
| | After a prolonged strike, the government finally caved in and agreed to all of the union's demands. |
| | Στη συνέχεια μιας παρατεταμένης απεργίας, η κυβέρνηση τελικά υποχώρησε και συμφώνησε σε όλα τα αιτήματα των συνδικάτων. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: