• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: buyback, buy back

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
buyback,
buy-back
n
(act of repurchasing [sth] sold)επαναγορά ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
buyback,
buy-back
n
(stock buyback: repurchase of shares)επαναγορά ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
buy [sth] back,
buy back [sth]
vtr phrasal sep
(seller: repurchase [sth] sold)επαναγοράζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)ξαναγοράζω ρ μ
 Redeemable shares come with an agreement that the company can buy them back at a future date.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'buyback' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση buyback στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «buyback».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!