Σε αυτή τη σελίδα: baptize, baptized
Ο όρος 'baptised' παραπέμπει στον όρο 'baptized'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'baptised' is cross-referenced with 'baptized'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
baptize [sb],
also UK: baptise [sb]
vtr
often passive (admit into church) (κάποιον κάτι)βαπτίζω, βαφτίζω ρ μ
 The priest baptized the child into the Catholic Church.
 Ο ιερέα βάφτισε το παιδί καθολικό.
baptize [sb] [sth],
also UK: baptise [sb] [sth]
vtr
often passive (christen, name)βαπτίζω, βαφτίζω ρ μ
 The priest baptised the little girl Eleanor.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
baptized,
also UK: baptised
adj
(christened)βαπτισμένος, βαφτισμένος μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση baptised στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «baptised».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!