• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
afternoon n (time from noon to sundown)απόγευμα ουσ ουδ
  (μέχρι τις 3-4μ.μ.)μεσημέρι ουσ ουδ
 Afternoons are the best time to visit the store; it's too busy in the mornings.
 Θα πάω για ψώνια το απόγευμα γιατί το πρωί θα έχω πολλή δουλειά.
afternoon n as adj (occurring in the afternoon)απογευματινός επίθ
  (μέχρι τις 3-4μ.μ.)μεσημεριανός επίθ
 Audrey lit her afternoon cigarette and took a deep drag.
 I always have an afternoon nap.
 Η Ώντρεϋ άναψε το απογευματινό τσιγάρο της και πήρε μια τζούρα.
 Πάντα παίρνω έναν μεσημεριανό υπνάκο.
afternoon n (after midday: on given day)απόγευμα ουσ ουδ
  (νωρίς, π.χ. 12-4 περίπου)μεσημέρι ουσ ουδ
 I leave work early on a Friday afternoon.
 Φεύγω νωρίς από τη δουλειά τις Παρασκευές το μεσημέρι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
afternoon n figurative (latter part of [sth]) (μεταφορικά)δύση ουσ θηλ
 Many retirees find that they enjoy the afternoon of their lives.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
afternoon tea n (light mid-afternoon meal)απογευματινό τσάϊ ουσ ουδ
 Karen and Lisa arranged to have afternoon tea together.
early afternoon n (period just after midday)νωρίς το απόγευμα φρ ως επίρ
  (καθομιλουμένη)απογευματάκι ουσ ουδ
 The best time to reach me is right after lunch, in the early afternoon.
good afternoon interj (greeting)καλό απόγευμα επιφ
  καλησπέρα επίφ
Σχόλιο: Κατά λέξη αντιστοιχεί στο «καλό απόγευμα». Συχνά όμως, αντί για το σπάνιο «καλό απόγευμα» οι Έλληνες εύχονται «καλησπέρα».
 Phil wished me good afternoon as he passed me in the corridor.
 Ο Φιλ μου ευχήθηκε καλό απόγευμα καθώς με προσπέρασε στον διάδρομο.
in the afternoon,
in the afternoons
adv
(every afternoon)το απόγευμα άρθ ορ + ουσ ουδ
  τα απογεύματα άρθ ορ + ουσ ουδ πλ
 On weekdays I work all morning and go to the gym in the afternoon.
in the afternoon adv (on a given afternoon)το απόγευμα άρθ ορ + ουσ ουδ
  (την ίδια μέρα)σήμερα το απόγευμα περίφρ
  (άλλη μέρα)εκείνο το απόγευμα περίφρ
 I went to Steve's house for lunch on Tuesday and in the afternoon we went bowling.
in the afternoon adv (time: after midday)το απόγευμα άρθ ορ+ ουσ ουδ
  (νωρίς)το απογευματάκι άρθ ορ+ ουσ ουδ
  (αδόκιμο, αλλά συχνό)το μεσημέρι άρθ ορ+ ουσ ουδ
 The library opens from 9 to 12 and is closed in the afternoon.
this afternoon adv (after midday today)σήμερα το απόγευμα επίρ
 We plan to meet this afternoon.
tomorrow afternoon adv (after midday on the day after today)αύριο το απόγευμα φρ ως επίρ
yesterday afternoon adv (after midday on the day before today)χθες το απόγευμα φρ ως επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση afternooner στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «afternooner».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!