• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: reformed, reform

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reformed adj (person: having improved conduct)αναμορφωμένος μτχ πρκ
  σωφρονισμένος μτχ πρκ
 The reformed crook is now an upstanding citizen.
reformed adj (law, system: changed)μεταρρυθμισμένος μτχ πρκ
 The reformed legislation passed in Congress.
reformed adj (meat product: processed and shaped)επεξεργασμένος μτχ πρκ
 Ray went to the deli to buy some reformed ham.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reform [sth] vtr (improve, modify: system, law)μεταρρυθμίζω ρ μ
 The entire justice system needs to be reformed, in my opinion.
 Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μεταρρυθμιστεί ολόκληρο το δικαστικό σύστημα .
reform,
also UK: re-form
vi
(improve your conduct)συμμορφώνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)διορθώνομαι ρ αμ
 Joey has promised to reform, but I'm not hopeful.
 Ο Τζόϋ υποσχέθηκε ότι θα συμμορφωθεί, αλλά δεν τρέφω πολλές ελπίδες.
reform n (system, law: improve)μεταρρύθμιση ουσ θηλ
 Their reforms were criticized for not going far enough.
 Ασκήθηκε κριτική στις μεταρρυθμίσεις τους επειδή δεν προχώρησαν αρκετά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
reformed | reform
ΑγγλικάΕλληνικά
reformed meat n (meat that is processed and shaped)επεξεργασμένο κρέας μτχ πρκ + ουσ ουδ
 Nutritionists say that reformed meat is less healthy than unprocessed meat.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Reformed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Reformed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Reformed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!