• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bosom buddy,
bosom chum,
bosom pal
n
US, informal (close friend)καλύτερος φίλος, καλύτερη φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσ
  (καθομιλουμένη)κολλητός φίλος, κολλητή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (επίσημο)επιστήθιος φίλος, επιστήθια φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 The girls were bosom buddies until they both got a crush on the same boy.
cyber pal,
cyberpal
n
informal (internet friend)φίλος στο διαδίκτυο, φίλη στο διαδίκτυο φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  φίλος στο ίντερνετ, φίλη στο ίντερνετ φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
pal n informal, often plural (friend, buddy) (καθομιλουμένη)φιλαράκι ουσ ουδ
 Adrian is meeting his pals at the pub.
 Ο Άντριαν θα δει τα φιλαράκια του στην παμπ.
pal n informal (term of address: friend)φίλε ουσ αρσ
 Hey, George! How're you doing, pal?
pen pal,
pen-pal,
penpal,
also UK: penfriend,
pen-friend,
pen friend
n
(friend with whom one corresponds)φίλος δι' αλληλογραφίας, φίλη δι' αλληλογραφίας φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 When I was a child, I had a penpal in Mexico to whom I wrote letters.
 Όταν ήμουν παιδί είχα έναν φίλο δι' αλληλογραφίας από το Μεξικό, στον οποίο έγραφα γράμματα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Pal.' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Pal. στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Pal.».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!