• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be doing well v expr (thrive)τα πηγαίνω καλά, τα πάω καλά, πηγαίνω καλά, πάω καλά έκφρ
  (όχι άτομο)ευδοκιμώ, ακμάζω ρ αμ
 Sarah and Jim are pleased to announce the arrival of their daughter Grace. Both mother and baby are doing well.
 Η Σάρα και ο Τζιμ έχουν τη χαρά να ανακοινώσουν τον ερχομό της κόρης τους, Γκρέις. Τόσο η μητέρα όσο και το βρέφος τα πηγαίνουν καλά.
be doing well v expr (recover)τα πηγαίνω καλά, τα πάω καλά, πηγαίνω καλά, πάω καλά έκφρ
  αναρρώνω, συνέρχομαι ρ αμ
 A month after her car accident, Mary is doing well.
 Ένα μήνα μετά το ατύχημά της η Μαίρη πάει καλά.
do well vi + adv (be successful)τα πάω καλά έκφρ
 He's doing well in his new job.
 Τα πάει καλά στη νέα του δουλειά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Dowell στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Dowell».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!