WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
-legged adj as suffix (having legs of a given kind, number)-ποδος β' συνθετικό
  με ... πόδια περίφρ
 For example: four-legged
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bandy-legged adj informal (having bow legs) (καθομιλουμένη)στραβοκάνης επίθ
bowlegged (US),
bow-legged (UK)
adj
(bandy, with legs bending outwards)στραβοκάνης, στραβοπόδης επίθ
 Look at the way that woman walks; she's bowlegged.
 Children are naturally bow-legged until the age of three.
bowlegged (US),
bow-legged (UK)
adv
(with legs bending outwards)με ανοιχτά πόδια περίφρ
  (ανατομικό πρόβλημα)με στραβά πόδια περίφρ
  (ανεπ, πιθανά προσβλητικό)σαν χεσμένος έκφρ
 The cowboys in old movies always walk bowlegged.
cross-legged adj (sitting: knees wide, ankles crossed)οκλαδόν επίρ
four-legged adj (animal: having four legs)τετράποδος επίθ
four-legged friend n (beloved animal, usually a dog or horse)τετράποδος φίλος επίθ + ουσ αρσ
long-legged adj (having long legs)με μακριά πόδια, που έχει μακριά πόδια περίφρ
  (καθομιλουμένη)μακρυπόδης, μακρυπόδαρος επίθ
  μακρυκάνης επίθ
 The company only hires long-legged models.
one-legged adj (having only one leg)που έχει ένα μόνο πόδι περίφρ
  (καθομιλουμένη)μονοπόδαρος επίθ
  (κατά συνέπεια)κουτσός επίθ
three-legged adj (having three legs)τρίποδος επίθ
two-legged adj (having two legs)δίποδος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος '-legged' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση -legged στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «-legged».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!